Το blog της Ελληνικής EurActiv

Αναφανδόν, η σημερινή πολιτικοοικονομική κρίση έχει αποτελέσει εφαλτήριο διαβούλευσης, ανάλυσης και αξιολόγησης της ταυτότητας-χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και κατ’ επέκταση της μορφολογίας της και του τρόπου λειτουργίας της. Μεταξύ άλλων βαρύνουσας σημασίας ζήτημα αποτελεί ο τρόπος λειτουργίας της Ευρωζώνης, μιας sui generis νομισματικής ένωσης με αφετηρία το Werner Plan της Συνόδου Κορυφής της Χάγης το 1969. Ενώ πλήθος μελετών έχουν γίνει προκειμένου να παρουσιαστούν επακριβώς τα κέρδη της συγκεκριμένης νομισματικής περιοχής, το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στα μειονεκτήματα και στο ερώτημα γιατί η Ευρωζώνη δεν αποτελεί βέλτιστη νομισματική περιοχή.

Πρωτίστως, σε μια προσπάθεια αναγνώρισης των μειονεκτημάτων αυτών, ας υποθέσουμε ότι η παγκόσμια ζήτηση για εξαγωγές μιας χώρας Α μειώνεται για σειρά από λόγους όπως αλλαγή στις προτιμήσεις, μείωση του εισοδήματος του καταναλωτή σε συνδυασμό με αντίστοιχη μείωση στις τιμές των υποκατάστατων ή των συμπληρωματικών αγαθών που παράγονται από άλλες χώρες κ.α. Προκειμένου να ανταπεξέλθει στην παραπάνω κατάσταση η χώρα Α θα πρέπει είτε να προβεί σε μείωση μισθών είτε σε υποτίμηση νομίσματος για να επαναφέρει την πρότερη ανταγωνιστικότητά της. Λαμβάνοντας όμως υπόψη την ακαμψία των μισθών προς τα κάτω λόγω των συνδικάτων σύμφωνα με την Κεϋνσιανή θεωρία και του πολιτικού κόστους μιας τέτοιας πρακτικής, η χώρα Α πιθανότατα θα προχωρήσει σε υποτίμηση του νομίσματός της. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία υποχωρεί (EP/P*, όπου Ε η ονομαστική συναλλαγματική ισοτιμία, P το εγχώριο επίπεδο τιμών and P* οι τιμές του εξωτερικού) και το ίδιο συμβαίνει με το παραγωγικό κενό (output gap). Ωστόσο, στην περίπτωση της Ευρωζώνης, η παραπάνω πρακτική είναι αδύνατον να ακολουθηθεί από μία εκ των χωρών της, αφού από το 1999 οι συναλλαγματικές ισοτιμίες των κρατών μελών έχουν αμετακλήτως σταθεροποιηθεί, ενώ η άσκηση νομισματικής πολιτικής έχει μεταφερθεί στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (EΣΚΤ) υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (EΚΤ). Σε αυτήν την περίπτωση η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία παραμένει αμετάκλητη ενώ το παραγωγικό κενό μειώνεται πολύ περισσότερο απ’ ότι την πρώτη φορά με αποτέλεσμα τη δραματική αύξηση της ανεργίας μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα αφού δε θα συνεχιστεί η παραγωγή αγαθών που δεν θα απορροφηθούν από την αγορά. Επιπλέον, η κατάσταση φαντάζει ακόμη δυσκολότερη όταν μία ή περισσότερες χώρες της νομισματικής ένωσης πλήττονται από σοκ ενώ άλλες όχι (ασύμμετρα σοκ). Τότε η κεντρική τράπεζα (η ΕΚΤ στην περίπτωσή μας) θα κληθεί για τη προσαρμογή ή μη της κοινής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Εάν θελήσει να ευνοήσει τις χώρες που έχουν πληγεί από τα σοκ τότε η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία θα μειωθεί κατά πολύ με αποτέλεσμα πλεονάζουσα ζήτηση (πληθωριστικό κενό) στις χώρες που δεν αντιμετώπισαν δυσμενές σοκ. Εύλογα, το αντίστροφο θα συμβεί για τις χώρες που επλήγησαν αν διατηρήσει η κεντρική τράπεζα την κοινή συναλλαγματική ισοτιμία σταθερή, δηλαδή πλεονάζουσα προσφορά (αντιπληθωριστικό κενό) που οδηγεί τελικά σε ανεργία. Συνεπώς, υπό τη δίνη ενός ασύμμετρου σοκ ό,τι είναι βάναυσο για μία χώρα, ουσιαστικά ευνοεί την άλλη. Το εν λόγω συμπέρασμα αντιπαρέρχεται σαφώς τις αρχές περί ειλικρινούς συνεργασίας, σεβασμού και αλληλεγγύης που πρεσβεύουν οι ιδρυτικές Συνθήκες της Ε.Ε.

Εξετάζοντας το δεύτερο ερώτημα το οποίο τέθηκε στην αρχή του άρθρου περί βέλτιστης νομισματικής περιοχής, οι Baldwin και Wyplosz (2012) παραθέτουν έξι κριτήρια κάτω από τα οποία η Ευρωζώνη θα μπορούσε να αποτελέσει βέλτιστη νομισματική περιοχή. Ωστόσο, επικεντρωνόμενος στα τρία εκ των έξι κριτηρίων τα οποία είναι αμιγώς οικονομικά όπως αυτά αναλύθηκαν από τους Mundell (1961), McKinnon (1962) και Kenen (1969) αντίστοιχα, τείνω στο συμπέρασμα ότι η Ευρωζώνη δεν αποτελεί βέλτιστη νομισματική περιοχή. Εν συντομία, πρώτο κριτήριο συνιστά η κινητικότητα παραγωγικών συντελεστών ως κλειδί μεταξύ χωρών που έχουν προσχωρήσει σε νομισματική ένωση. Ιδανικά, κεφάλαιο και εργατικό δυναμικό από χώρες με υψηλή ανεργία και ύφεση μεταναστεύουν στις αντίστοιχες που αντιμετωπίζουν πληθωριστικές πιέσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επέρχεται ισορροπία (Mundell). Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κάτι τέτοιο δε συναντάται κατά κανόνα στην Ευρωζώνη, ειδικότερα η μετακίνηση εργατικού δυναμικού δυσχεραίνεται λόγω οικονομικών και άλλων εμποδίων όπως γλώσσα, περιβάλλον κτλ. Επιπροσθέτως, επιβεβλημένο είναι σε μία βέλτιστη νομισματική περιοχή τα κράτη μέλη να χαρακτηρίζονται από άνοιγμα στο εμπόριο καθώς και από έντονες συναλλαγές μεταξύ τους (McKinnon). Οι πολιτικές επιλογές που συντήρησαν διαρθρωτικές πάγιες αδυναμίες στις οικονομίες ορισμένων χωρών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιταλία, σε συνδυασμό με την αυξημένη ανταγωνιστικότητα των γερμανικών αγαθών λόγω των χαμηλών τους τιμών, καθιστούν αμφιλεγόμενη την εφαρμογή του δεύτερου αυτού κριτηρίου του ΜcKinnon. Τέλος, προκειμένου να αποφευχθούν τα ασύμμετρα σοκ με τις δραματικές συνέπειές τους, η παραγωγή και οι εξαγωγές των κρατών μελών μιας νομισματικής ένωσης, της Ευρωζώνης εν προκειμένω, δε θα πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά σε λίγα αγαθά και δε θα πρέπει να είναι διαφορετικής δομής (Kenen), γεγονός που λίγο πολύ δε συμβαίνει στην πλειονότητα των κρατών μελών της Ευρωζώνης. Συμπερασματικά, το τρίτο κριτήριο πληρείται. Η απουσία όμως των δύο πρώτων καθιστά το μέλλον της Ευρωζώνης, η οποία αποδεικνύεται να μην είναι βέλτιστη νομισματική περιοχή, σκιώδες.

Εύλογα θα ακολουθούσε το ερώτημα, τι μέλλει γενέσθαι. Το εθνικό συμφέρον του κάθε κράτους σε μια κοινή νομισματική πολιτική συχνά συγκρούεται με τα εθνικά συμφέροντα των εταίρων. Αν επιθυμούμε την εξέλιξη της Ευρωζώνης σε βέλτιστη νομισματική περιοχή, το εθνικό αυτό κόστος θα πρέπει να το αποδεχτούν τα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης, στο όνομα της κοινής τους πορείας. Όσον αφορά τα ασύμμετρα σοκ, η επιτυχής τους αντιμετώπιση θα πρέπει να στηρίζεται σε κοινά αποδεκτές θέσεις και απομόνωση των όποιων προσπαθειών ηγεμονικής επιβολής εμμονών, όπως τον πάση θυσία χαμηλό πληθωρισμό που υπερασπίζονται ευρωπαϊκές χώρες του Βορρά. Εξάλλου, όπως διακήρυξε ο Σούμαν, «η Ευρώπη δεν θα δημιουργηθεί δια μιας, ούτε σε ένα συνολικό οικοδόμημα: θα διαμορφωθεί μέσα από συγκεκριμένα επιτεύγματα που θα δημιουργήσουν πρώτα μια πραγματική αλληλεγγύη».

 

Στέργιος Φωτόπουλος

Δημοσιογράφος

Tweet about this on TwitterShare on Facebook0Share on Google+0Share on LinkedIn0
Author :
Print

Comments

  1. Δυστυχώς εάν δεν προωθηθεί και μια πολιτική ένωση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η νομισματική – οικονομική ένωση νομίζω είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Ο στόχος θα πρέπει να είναι η δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών Ευρώπης, αλλά για να γίνει αυτό νομίζω ότι χρειάζεται πολύ δουλειά και πολλές παραχωρήσεις από τα κράτη μέλη της Ένωσης.

Comments are closed.